Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Η αδερφη της Νεραϊδας

Μια φορα και εναν καιρο ενας ξυλοκοπος περπατουσε μεσα στο δασος, εχοντας περασει μια κοπιαστικη μερα κοβοντας ξυλια και μαζευοντας καυσοξυλα ωστε να μπορεσει καποια στιγμη να τα πουλησει στο κοντινο χωριο, μιας και πλησιαζε ο χειμωνας. Ενω ηταν αποροφημενος απο τους λογισμους του και ο ηλιος ειχε ηδη δυση και το σκοταδι ειχε παρει την θεση του στον ουρανο, σταματησε για να αναψει το φαναρι του μιας και ειχε λιγο δρομο ακομα για το σπιτι του. Ενω εσκυψε πανω απο τον φαναρι του στο βαθος των δενδρων μπροστα του ειδε ενα αλλο μικρο φως, πιθανον απο καποιο αλλο φαναρι. Απο οσο γνωριζε μονο αυτος εμενε σε εκεινη την περιοχη του δασους οποτε ηταν κατι παραξενο. Ισως καποιος να ειχε χαθει μεσα στο δασος και να χρειαζονταν βοηθεια. Αναψε λοιπον τον φαναρι του και κατευθηνθηκε προς το φως που φανηκε να μετακινειτε πολυ αργα προς το μερος του. Ενω πλησιαζε αρχισε να ξεχωριζει μια φιγουρα ντυμενη στα λευκα, πιθανος γυναικεια. Οταν εφτασε κοντα στην κοπελα, ειδε μια πολυ ομορφη, μα χλωμη, κοπελα ντυμενη με ενα λευκο φορεμα που στο τελειωμα της ηταν σκισμενο σε λωριδες και στα χερια της κρατουσε ενα φαναρι που η φλογα του τρεμοπαιζε. Την κοιταξε στο χλωμο της προσωπο και ειδε τα βιολετι ματια της και τα καστανα μαλλια της. Εκεινο ομως που τον τρομαξε ηταν τα διαφανα φτερα της πισω απο την πλατη της. Ηταν μια νεραϊδα!!! Ειχε ακουσει του θρυλους αλλα ποτε του δεν φανταζονταν οτι θα εβλεπε μια μπροστα του! Τοτε συνειδητοποιησε οτι η νεραιδα κατι μουρμουριζε.
- Νελιελ...Νελιελ... Που εισαι... Απαντησε μου....
Ειδε τα δακρυα απο τα ματια της να τρεχουν και σπαραξε η καρδια του που ενα τοσο ομορφο πλασμα ηταν δακρυσμενο...
-Κυρα μου... Εισαι καλα...? Εχασες καποιον?
Η νεραιδα σηκωσε το κεφαλι της και προσεξε τον ξυλοκοπο που απο οτι φαινετε μεχρι τοτε τα δακρυσμενα ματια της δεν τον ειχαν δει. Αμεσως με σπασμενη και τρεμαμενη φωνη του ειπε.
-Ψαχνω την αδερφη μου... Την Νελιελ... Την εχω χασει και δεν ξερω που ειναι...Την εχεις δει? Αχ τι θα κανω... Ειναι τοσο μικρη και απροστατευτη...
- Κυρα μου δεν γνωριζω και ουτε εχω δει την αδερφη σου... Ζω σε αυτο το δασος αρκετο καιρο μα παρολα αυτα πρωτη φορα βλεπω καποια νεραιδα...
Εκεινη απογοητευτικε και συνεχιζε να μουρμουραει το ονομα της αδερφης της...
Ο ξυλοκοπος προσπαθησε να σκεφτει κατι να της πει για να παρηγορειθη αλλα τη μπορεις να πεις σε καποια που εχασε την αδερφη της και μαλιστα σε μια νεραιδα... Νελιελ... Κατι του θυμιζε...Αλλα οχι καποια νεραιδα. Ενα ονομα ομως χαραγμενο σε ενα δενδρο.
-Κυρα. Νομιζω οτι εχω δει το ονομα της αδερφης σου χαραγμενο σε καποιο δενδρο αλλα δεν γνωριζω αν αυτο το ονομα ειναι της αδερφης σου η καποιας αλλης κοπελας.
Εκεινη αμεσως τον κοιταξε και ανοιξε τα ματια της διαπλατα!
- Τι δενδρο??
- Μια μεγαλη βελανιδια.
Τα ματια της αμεσως αρχισαν να τρεχουν ξανα δακρυα και αυτη τη φορα ακομα περισσοτερα... 
- Οδηγησε με εκει σε παρακαλω!!
Ο ξυλοκοπος απλωσε δειλα το χερι του και την επιασε απο το μπρατσο απαλα. Τοτε αρχισε να περπατα μαζι της προς την μεγαλη βελανιδια με το χαραγμενο ονομα. Η βελανιδια ηταν κοντα στο σπιτι του οποτε ηξερε καλα τον δρομο. Μολις φτασανε κοντα στο δενδρο εκεινος κοντασταθηκε και εδειξε που ειναι χαραγμενο το ονομα. Εκεινη τον αφησε και ετρεξε προς το δενδρο και το αγκαλιασε πεφτοντας στα γονατα και με τα δακρυα της να τρεχουνε ποταμι. 
- Νελιελ!!! Αδερφη μου!!! φωναξε καθως αγκαλιαζε το δενδρο...
Ο ξυλοκοπος εμεινε ακινητος να κοιταζει την απαρηγορητη νεραιδα μην ξεροντας τι εχει συμβει. Αφου περασε λιγη ωρα και το φεγγαρι ειχε φτασει πλεον στο ζενιθ του και ελαμπε πανω απο το δενδρο ο ξυλοκοπος πλησιασε την νεραιδα που ακομα εκλαιγε.
- Κυρα μου... Σε παρακαλω. Προσπαθησε να σταματησεις τα δακρυα σου. Το σπιτι μου ειναι κοντα. Η φιλοξενια μου ειναι φτωχικη αλλα ελα να πιεις ενα ζεστο τσαϊ μεχρι να μπορεσεις να ηρεμισεις. Σε παρακαλω.
Η νεραιδα γυρισε και τον κοιταξε με το προσωπο λυπημενο. Αλλα σηκωθηκε και τα δακρυα της σταματησαν. Τον ακολουθησε στο φτωχικο σπιτι του ξυλοκοπου που εμενε μονος και εκει ηπιε το ζεστο τσαι που της προσφερε. Μετα απο λιγη ωρα σιωπης εκεινη μιλησε.
- Η αδερφη μου ειναι νεκρη χρονια... Οταν μια νεραιδα πεθαινει μια μεγαλη βελανιδια γεννιετε και μεγαλωνει εκει που ειναι το σωμα της. Δεν ξερω πως πεθανε... Αλλα μαλλον ηταν οι καλικατζαροι. Κυνηγανε μικρες νεραιδες και τις σκοτωνουν για να παρουν τα κοκκαλα απο το σωμα τους και να φτιαξουν μαγικα σπαθια... Μαλλον σκοτωσαν την αδερφη μου αλλα δεν προλαβαν να παρουν το σωμα της για καποιο λογω και την εθαψα εκει που ειναι τωρα η βελανιδια.
Ο ξυλοκοπος την ακουσε με προσοχη. Την ρωτησε.
- Αν κυρα μου εσυ την εθαψες εκει, τοτε πως γινετε να μην θυμασαι που ειναι η τι συναιβει;
- Το ξορκι της λυσμονιας... Με μαγεψα με το ξορκι της λυσμονιας... Για να μην πω ποτε που ειναι το σωμα της αδερφης μου σε περιπτωση που επιαναν και μενα οι καλικατζαροι. Δεν ξερω τι ειδα εκεινη την ημερα που βρηκα την αδερφη μου και εκανα αυτο το ξορκι αλλα θα ηταν κατι πολυ τρομακτικο και προσπαθησα να προστατεψω το σωμα της αδερφης μου με οποιον τροπο μπορουσα μαλλον... Δεν θα ξαναθυμηθω ποτε οτι η αδερφη μου ειναι νεκρη και πως πεθανε γιατι καθε ξημερωμα θα ξεχναω οτι συναιβει απο την μερα που εχασα την αδερφη μου και μετα. Γιαυτο τριγυρναω στο δασος και προσπαθω να την βρω. Ηταν το τελευταιο πραγμα που εκανα πριν την βρω νεκρη...
Αυτες ηταν οι τελευταιες της λεξεις και αρχισε παλι να κλαιει... Ο ξυλοκοπος την σηκωσε και την ξαπλωσε στο κρεββατι του. Την σκεπασε και αυτος καθισε διπλα στο τζακι σκεπτομενος ολα αυτα που ειχαν συμβει. Η νεραιδα αποκοιμηθηκε απο την εξαντληση αναμεσα στα αναφιλητά της ενω ο ξυλοκοπος αποκοιμηθηκε στην καρεκλα του. Το πρωι που ξυπνησε εκεινη ειχε φυγει. Αλλα ηξερε που θα την συναντουσε... Στο δασος οπου την ειχε βρει το προυγουμενο βραδυ. Να ψαχνει για την αδερφη της. Και εκεινος επρεπε να ειναι εκει για την βρει και να της πει τη ειχε συμβει. Για οσο ζουσε θα την βοηθουσε καθε μερα να παει στην μεγαλη βελανιδια για να αγκαλιασει την αδερφη της. Αυτο ειχε ορκιστει στον εαυτο του το προυγουμενο βραδυ πριν αποκοιμηθει...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου