Μια φορά και έναν καιρό σε ένα ξεχασμένο βασίλειο στο οποίο τις περισσότερες μέρες του χρόνου χιόνιζε μια παράξενη αρρώστια εμφανίστηκε η οποία χτύπησε τα περισσότερα παιδιά του βασιλείου. Ήταν παράξενη αρρώστια διότι δεν εμφάνιζε κανένα σύμπτωμα ενώ έκλεβε την ζωτικότητα των παιδιών ρίχνοντας τα στα σε έναν συνεχή λήθαργο. Ο βασιλιάς καθημερινά δέχονταν πάρα πολλά γράμματα από διάφορες περιοχές του βασιλείου ότι και τα δικά τους παιδιά είχαν αρρωστήσει και ότι χρειάζονταν βοήθεια για να τα κρατήσουν στην ζωή. Κανένας από τους θεραπευτές δεν ήξερε τι να κάνει και έτσι καμμια λύση δεν δόθηκε. Καθημερινά όλο και περισσότερα γράμματα κατευθαναν με λίστες παιδιών που ήταν άρρωστα και με μερικά που είχαν κιόλας πεθάνει…
Ανάμεσα στους θεραπευτές του βασιλείου υπήρχε και ένας νεαρός ,ο Νικλαους, ο οποίος ασκούνταν στις θεραπευτικές τέχνες και αγαπούσε πάρα πολύ τα παιδιά. Ήθελε να κάνει κάτι, άλλα καθώς ήταν νέος ακόμα και οι μεγαλύτεροι και πιο έμπειροι από αυτόν δεν είχαν κάποια θεραπεία για την ασθένεια, πως θα μπορούσε να έχει αυτός. Κάθε βράδυ ξενυχτούσε και διάβαζε βιβλία προσπαθώντας να βρει μια λύση… Μέχρι που ανάμεσα στα βιβλία ανακάλυψε έναν μύθο για την βασίλισσα του Χιονιού που κατοικούσε στης ξεχασμένες σπηλιές του πιο ψηλού βουνού. Ο μύθος έλεγε πως η μαγεία της ήταν τόσο ισχυρή που δεν υπήρχε κάτι που δεν μπορούσε να κάνει.
Μην ξέροντας τι άλλο μπορούσε να κάνει για τα παιδιά, ο Νικλαους αποφάσισε να πάει να αναζητήσει την Βασίλισσα, αν όντως υπήρχε, αφού από ότι φαίνονταν ήταν η μόνη ελπίδα των παιδιών. Πριν φύγει έγραψε σε μια λίστα όλα τα ονόματα των παιδιών και από πού ήταν και την πήρε μαζί του. Φόρεσε το κόκκινο πανωφόρι του και το παντελόνι του, τα λευκά του γάντια, της μαύρες του μπότες και την μαύρη του ζώνη καθώς και το κόκκινο μάλλινο σκούφο στο κεφάλι του και ξεκίνησε. Για να ταξιδέψει οσο πιο γρήγορα γίνονταν θα ταξίδευε με το έλκηθρο του το οποίο το έσερναν 8 σκυλιά. Για μέρες ταξίδευε μέσα στα χιονισμένα μονοπάτια ανεβαίνοντας το βουνό και ψάχνοντας για τις σπηλιές που κατοικούσε η Βασίλισσα του Χιονιού. Μετά από δυο βδομάδες σχεδόν αναζήτησης και ατελείωτου χιονιού οι προμήθειες του είχαν τελειώσει και είχαν πεθάνει 2 από τα 8 σκυλιά του. Εκείνος όμως δεν το έβαλε κάτω. Μετα από τέσσερις μέρες ακόμα τα σκυλιά του είχαν πεθάνει όλα από την πείνα η το κρύο και αυτό δεν μπορούσε να σταθεί καν όρθιος. Θα πέθαινε και εκείνος μέσα στο χιόνι και το έλκηθρο του και
οι τελευταίες του σκέψεις ήταν για τα παιδιά που θα πέθαιναν και όχι για αυτόν… Σύντομα και τα δικά του τα μάτια έκλεισαν νιώθοντας της δυνάμεις του να τον εγκαταλειπουν. Ενώ το χιόνι και το κρύο άρχισαν να τον τυλίγουν ξαφνικά ένιωσε μια ζεστή ανάσα πάνω του. Ανοίγοντας τα μάτια του με δυσκολία μπροστά του στέκονταν ένας τάρανδος ο οποίος είχε σκύψει επάνω του και των ζέσταινε με τα χνώτα του. Ο Νικλαους μέσα σε αυτήν την μικρή ζεστασιά κατάφερε και ανασηκώθηκε λίγο στηριζόμενος πάνω στον τάρανδο. Εκείνος άρχισε να περπάτα κα μαζί του και
ο Νικλαους. Τον οδήγησε σε μια σπηλιά οπου ένα λεπτό γαλάζιο φως την τύλιγε κα αφού έκαναν μερικά βήματα ακόμα μια ζεστασιά τύλιξε το σώμα του και μια απίστευτη ομορφιά τα μάτια του. Μπροστά του στέκονταν η Βασίλισσα του Χιονιού.
- Τι ζητάς
από μένα Νικλαους…; Του είπε με τραγουδιστή φωνή.
- Να με βοηθήσεις να σώσω τα παιδιά του βασιλείου. Απάντησε εκείνος με αδύναμη φωνή.
- Για ποιο λόγω νοιαζεσε για τα παιδιά; Δεν είναι δικά σου. Τι λόγο έχεις να τα σώσεις; Τον ξαναρώτησε εκείνη.
- Ο μονος λογος που χρειαζομαι για να τα σωσω είναι
ότι είναι παιδια. Αν δεν τα φροντισουμε εμεις τοτε ποιος θα τα φροντισει; Αλλα
εάν αυτος ο λογος δεν είναι αρκετος μπορω να σου πω ότι τα παιδια είναι το
μελλον μας. Εάν τα αγνοησουμε τωρα δεν θα εχουμε κανενα μελλον μπροστα μας…
- Και τι θα εκανες για να τα σωσεις; Ειπε εκεινη
κοιταζοντας τον βαθια μεσα στα ματια.
Εκεινος πεφτωντας στα γονατα και κλαιγοντας
απαντησε.
- Τα παντα…
- Θα εδινες ακομα και την ιδια σου την ζωη;
- Χωρις δευτερη σκεψη. Απαντησε εκεινος.
Εκεινη τοτε δακρυσε. Σε ένα μικρο φυαλιδιο εβαλε
μεσα το δακρυ της και το εδωσε στον νεαρο.
- Πιες το, Νικλαους, και με ένα αγγιγμα σου θα
κανεις καλα τα παιδια που είναι αρρωστα, αλλα σε προειδοποιω ότι θα επωμιστεις
εσυ το βαρος που προοριζονταν για αυτά.
Χωρις δευτερη σκεψη ο Νικλαους πηρε το φιαλιδιο και
αμεσως το ηπιε. Η Βασιλισσα τον επιασε, τον αγκαλιασε και υστερα του εδειξε
προς την εξοδο. Εκει Βρισκονταν το ελκυθρο του και μπροστα του ηταν δεμενοι 8
ταρανδοι.
- Το δωρο μου σε σενα, Νικλαους. Τωρα ανεβα στο
ελκυθρο σου και πετα με τους μαγικους ταρανδους και τρεξε να σωσεις τα
παιδια!!!
Ο Νικλαους αφου υποκλιθηκε για μια τελευταια φορα
στην Βασιλισσα του Χιονιου ανεβηκε στο ελκθρο του και αμεσως εκανε νοημα στους
ταρανδους να τρεξουν. Εκεινοι αμεσως ετρεξαν εξω από την σπηλια τραβοντας το
ελκυθρο και με το που βγηκαν από την σπηλια απογειωθηκαν στον ουρανο. Ο Νικλαους
εμεινε εκπληκτος αλλα δεν ειχε χρονο να θαυμασει τη γινονταν. Επρεπε να τρεξει
στα παιδια. Εβγαλε αμεσως την λιστα που ειχε και βρηκε πιο ηταν το πιο κοντινο
χωριο και πηγε προς τα εκει. Με το που προσγειωθηκε στο χωριο αμεσως φωναξε να
τον οδηγησουν στα παιδια. Οι χωριατες εμειναν εκπληκτοι αλλα αμεσως τον
οδηγησαν. Εκεινος περασε από ένα ένα παιδι φιλοντας το στο μετωπο και ξυπνωντας
τα από το ληθαργο που ειχαν πεσει. Ενιωσε τοτε το ληθαργο της αρρωστιας να
περναει μεσα του και να το καταβαλει αλλα με την δυναμη της θελησεις του εμεινε
ξυπνιος. Οι χωριατες ειδαν το θαυμα μπροστα στα ματια τους και αμεσως τον
ρωτησαν ποιος ηταν. Εκεινος του απαντησε ότι λεγονταν Νικλαους και εκεινοι
αμεσως αρχισαν να τον δοξαζουν φωναζοντας τον Αγιο Νικλαους. Μερικες μητερες
που ειδαν ποσο αδυναμος ηταν λογω του ότι δεν ειχε φαει για μερες του προσφεραν
το γαλα που ειχαν για τα παιδια και τα ψωμακια του. Εκεινος με μεγαλη
ευχαριστησει εφαγε μερικα αλλα αμεσως ανεβηκε στο ελκυθρο του και ετρεξε για το
επομενω χωριο σβηνοντας από την λιστα το χωριο που ειχε ηδη επισκευθει.
Το ιδιο σκηνικο συνεβει
και στο επομενο χωριο και στο χωριο μετα από αυτό, με αποτελεσμα ο Νικλαους ,
μεσα σε ένα βραδυ να εχει επισεφθει ολο το βασιλειο σωζωντας όλα τα παιδια, και
οι μητερες και οι πατερες να δοξαζουν τον Αγιο Νικλαους που εσωσε τα παιδια
τους.
Ο Νικλαους μετα από κάθε χωριο που επισκευτονταν όταν αγγιζε τα παιδια και
επαιρνε την αρρωστια τους μεσα του, στην ουσια τους προσφερε την δικη του ζωη
με αποτελεσμα μετα από κάθε χωριο να γερναει καμποσα χρονια. Μεχρι που τελειωσε
και με το τελευταιο χωριο ειχε πλεον γινει ενας γερος με μεγαλη λευκη γενειαδα.
Όταν εσβησε και το τελευταιο χωριο από την λιστα του τοτε ακουμπησε στο ελκηθρο
του και τον κατεβαλε ο ληθαργος της αρρωστειας. Χωρις να ξυπνησει οι ταρανδοι
οδηγησαν τον Νικλαους πισω στην βασιλισσα του Χιονιου. Εκεινη τον πηρε στην
αγκαλια της και τον εβαλε σε ένα ζεστο κρεββατι. Τον φιλησε γλυκα στο μετωπο
και του ψυθιρισε.
- Αγιε Νικλαους εσωσες τα παιδια που τοσο αγαπας, και εδωσες την ζωη σου για
αυτά. Κοιμησου τωρα και ξεκουρασου όπως σου αξιζει. Ξεκουρασου γιατι σε έναν
χρονο από τωρα μια νυχτα σαν αυτή τα παιδια θα σε περιμενουν να πεταξεις ξανα
πανω από τα σπιτια τους, και να τους ξαναφερεις την χαρα στην καρδια τους.
Ονειρα γλυκα….
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου