Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΒΑΡΔΟΣ

Το σκοταδι τους ειχε περικυκλωσει μεσα στις κατακομβες. Τρεις από τους τεσσερις συντροφους ηταν ανυσυχοι. Κοιτουσαν συνεχως αριστερα και δεξια για καποιον κινδυνο που θα ξεπροβαλε και δεν θα τον αντιλαμβανονταν νωρις και θα σημαινε τον θανατο τους. Ο τεταρτος συντροφος εδώ και δυο λεπτα στεκονταν μπροστα από μια λιγο μεγαλυτερη αιθουσα και σιγοτραγουδουσε. Ξεκινησε από καποιες χαμηλες νοτες και σιγα σιγα ανεβαινε στην κλιμακα τους κρατωντας την κάθε νοτα για μερικα δευτερολεπτα.
Μα τι κανει; Ρωτησε ο ενας από τους συντροφους.
Ελεγχει για παγιδες. Απαντησε κοφτα ο διπλανος του που ηταν ντυμενος με χιτωνα που συμβολιζε ότι ανηκε στους γκρι μαγους.
Μα ο Ολκεν ειπε ότι ελεγξε και δεν βρηκε καμμια παγιδα. Ξαναρωτησε ο πιο βαρια εξοπλισμενος συντροφος.
Ναι αλλα αυτές οι κατακομβες δεν είναι συνιθησμενες. Ανηκαν σε λαο ο οποιος ειχε την μουσικη ενταγμενο τοσο πολύ στην ζωη του που ακομα και τις παγιδες τους τις εφτιαχναν ώστε να ανταποκρινονται σε συγκεκριμενους θορυβους. Γιαυτο αλλωστε πηραμε και τον Βαρδο μαζι μας. Είναι ο πιο ειδικος σε αυτόν τον λαο και στην κουλτουρα του.
Ναι το φανταζομαι… Αλλα ακομα δεν μπορω να καταλαβω τι προσπαθει να κανει ακριβως τραγουδωντας.
Ο Βαρδος ενώ συνεχιζε να αλλαζει νοτες, ξαφνικα μια νοτα του αντοιχησε πιο εντονα από τις προυγουμενες μεσα στην αιθουσα. Οι τοιχοι από την στοα συντονιστικαν στον ηχο και εκεινος αρχισε να πολλαπλασιαζετε. Τοτε εκεινος εδωσε περισσοτερη ενταση με την φωνη του μεχρι που ενιωθες τον χωρο να συντονιζετε και να αρχιζει να τρεμει, πολύ αχνα αλλα αισθητα. Τοτε ενισχυσε ακομα περισσοτερο την φωνη του με την δυναμη της μαγειας του και το μερος αρχισε να σειετε! Αυτό κρατησε μερικα δευτερολεπτα και οι συντροφοι του αναγκαστικαν να κλεισουν τα αυτια τους με τα χερια τους. Αναμεσα στην βοη και στο τρεμουλο αρχισε ξαφνικα το πατωμα μπροστα τους να υποχωρει!!! Δυο – τρεις πλακες στο πατωμα μπροστα τους εβγαλαν έναν εκκωφαντικο ηχο στην νοτα που τραγουδουσε ο βαρδος και αμεσως υποχωρησαν σε μια μεγαλη τρυπα με καρφια περνωντας μαζι τους σχεδον ολο το πατωμα αφηνοντας μονο ένα λεπτο μονοπατι στο οποιο θα μπορουσε να περπατησει η συντροφια. Μολις υποχωρησε και το τελευταιο κομματι του πατωματος που ηταν μερος της παγιδας τοτε μονο σταματησε ο βαρδος να τραγουδα.
Τωρα μπορουμε να προχωρησουμε. Ειπε δειχνοντας τους το μικρο μονοπατι που ηταν αθικτο.
Ο Βαρδος ηταν ψηλος, κοντοκουρεμενος με ένα ελαφρυ μουσι γυρω από το στομα και το πιγουνι και ντυμενος με ελαφρια, δερματινη πανοπλοια. Πανω του μπορουσες να ξεχωρισεις το λαουτο του, το φλαουτο του και ένα λεπτο σπαθι που κρεμονταν στο πλαι της ζωνης του.
Οι υπολοιποι συντροφοι ειχαν εμφανως εντυπωσιαστει από τις ικανοτητες του Βαρδου! Αμεσως μολις ξαναβρηκαν το κουραγιο τους αρχισαν να προχωρανε προς την τελευταια αιθουσα αυτου του μερους. Περιτρυγυριζαν αυτές τις στοες πανω από μιση μερα. Επρεπε να φτανουν στο τελους τους σιγουρα. Μολις φτασανε στην τελευταια πορτα, ο Ολκεν βγηκε παλι μπροστα και ελεγξε τριγυρω. Μετα πιεσε μερικα σημεια στο τοιχο γυρω από την πορτα και ακουστηκε ένα κλικ και η πορτα ανοιξε. Τοτε μπορστα μπηκε ο πολεμιστης με το σπαθι και την ασπιδα στο χερι του και εσπρωξε σιγα σιγα την πορτα. Μεσα απόλυτο σκοταδι. Ο μαγος ψυθιρισε δυο λεξεις και μια μικρη μπαλιτσα φωτος μετακινηθηκε προς το κεντρο του δωματιο. Γυρω γυρω αχνοφαινονταν μερικοι πυρσοι. Τοτε ο μαγος εκανε μια κυκλικη κινηση με το αριστερο του χερι και οι πυρσοι αναψαν αποκαλυπτοντας ένα μικρο δωματιο με τεσσερα μικρα σεντουκια και μερικα σκορπια νομισματα και πετραδια στο εδαφος.
Επιτελους!!! Το θησαυροφυλακιο!!! Ειπε ο Ολκεν γεματος χαρα.
Βαρδε πρεπει αν ελεγξεις για παγιδες; Ρωτησε ο μαγος.
Όχι. Η τελευταια ηταν αυτή που περασαμε. Απαντησε εκεινος κοιταζοντας εξεταστικα τριγυρω του. Μπορειτε να παρετε το θησαυρο.
Μουσικη στα αυτια μου!!! ειπε ο πολεμιστης και αμεσως ορμηξε στο σεντουκι μπροστα του, αποκαλυπτωντας το πολυτιμο περιεχομενο του.
Ο καθενας μας από ένα σεντουκι λοιπον. Ειπε ο μαγος και πηγε και αυτος να παρει το μεριδιο του όπως και ο τριτος συντροφος του.
Ο Βαρδος ακομα εξεταζε τα τειχοματα γυρω από την αιθουσα χωρις να τον πολυνοιαζει το σεντουκι του. Ένα σημειο του κεντρισε το ενδιαφερον και πηγε πιο κοντα. Μολις εξετασε λιγο παραπανω τον τοιχο ειδε καποια στοιχεια γραφης σε μια αγνωστη για πολλους γλωσσα.
Το φεγγαρολουλουδο… Ψελλισε.
Από πισω του ο Ολκεν πεταχτηκε και ρωτησε.
Τι ψαχνεις εκει;
Έναν παλιο θρυλο.
Θρυλο; Τι θρυλο;
Ένα λουλουδι…
Λουλουδι; Πφφφ… Αν δεν είναι χρυσαφι δεν με ενδιαφερει τοτε. Και αμεσως αρχισε να μαζευει τα λιγα νομισματα και πετραδια από το εδαφος μιας και κανεις δεν τα ειχε αναφερει ακομα και προλαβαινε να τα τσεπωσει.
Ο Βαρδος εβγαλε μια περγαμηνη και εγραψε καποια πραγματα για λιγα λεπτα και μετα πηγε μαζι με τους υπολοιπου και συγκεντρωσαν τα πραγματα τους στο κεντρο του δωματιου. Εκει ο μαγος χρησιμοποιησε ένα ξορκι τηλεμεταφορας που τους εβγαλε εξω από τις κατακομβες και τους πηγε στην εισοδο οπου περιμεναν τα αλογα τους. Εκει φορτωσαν τα λαφυρα τους στα αλογα και αρχισαν το ταξιδι της επιστροφης στην πολη της Αλενιεν. Τρεις από τους συντροφους χαρουμενοι και ευθημοι πινοντας κρασι από τα φλασκια τους και σιγοτραγουδοντας!!! Ενας τους, ο Βαρδος, σκεπτικος με ένα μικρο χαμογελο κοιτουσε προς το φεγγαρι και μουρμουρισε.
Το Φεγγαρολουλουδο… Πλησιαζω…

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Η αδερφη της Νεραϊδας

Μια φορα και εναν καιρο ενας ξυλοκοπος περπατουσε μεσα στο δασος, εχοντας περασει μια κοπιαστικη μερα κοβοντας ξυλια και μαζευοντας καυσοξυλα ωστε να μπορεσει καποια στιγμη να τα πουλησει στο κοντινο χωριο, μιας και πλησιαζε ο χειμωνας. Ενω ηταν αποροφημενος απο τους λογισμους του και ο ηλιος ειχε ηδη δυση και το σκοταδι ειχε παρει την θεση του στον ουρανο, σταματησε για να αναψει το φαναρι του μιας και ειχε λιγο δρομο ακομα για το σπιτι του. Ενω εσκυψε πανω απο τον φαναρι του στο βαθος των δενδρων μπροστα του ειδε ενα αλλο μικρο φως, πιθανον απο καποιο αλλο φαναρι. Απο οσο γνωριζε μονο αυτος εμενε σε εκεινη την περιοχη του δασους οποτε ηταν κατι παραξενο. Ισως καποιος να ειχε χαθει μεσα στο δασος και να χρειαζονταν βοηθεια. Αναψε λοιπον τον φαναρι του και κατευθηνθηκε προς το φως που φανηκε να μετακινειτε πολυ αργα προς το μερος του. Ενω πλησιαζε αρχισε να ξεχωριζει μια φιγουρα ντυμενη στα λευκα, πιθανος γυναικεια. Οταν εφτασε κοντα στην κοπελα, ειδε μια πολυ ομορφη, μα χλωμη, κοπελα ντυμενη με ενα λευκο φορεμα που στο τελειωμα της ηταν σκισμενο σε λωριδες και στα χερια της κρατουσε ενα φαναρι που η φλογα του τρεμοπαιζε. Την κοιταξε στο χλωμο της προσωπο και ειδε τα βιολετι ματια της και τα καστανα μαλλια της. Εκεινο ομως που τον τρομαξε ηταν τα διαφανα φτερα της πισω απο την πλατη της. Ηταν μια νεραϊδα!!! Ειχε ακουσει του θρυλους αλλα ποτε του δεν φανταζονταν οτι θα εβλεπε μια μπροστα του! Τοτε συνειδητοποιησε οτι η νεραιδα κατι μουρμουριζε.
- Νελιελ...Νελιελ... Που εισαι... Απαντησε μου....
Ειδε τα δακρυα απο τα ματια της να τρεχουν και σπαραξε η καρδια του που ενα τοσο ομορφο πλασμα ηταν δακρυσμενο...
-Κυρα μου... Εισαι καλα...? Εχασες καποιον?
Η νεραιδα σηκωσε το κεφαλι της και προσεξε τον ξυλοκοπο που απο οτι φαινετε μεχρι τοτε τα δακρυσμενα ματια της δεν τον ειχαν δει. Αμεσως με σπασμενη και τρεμαμενη φωνη του ειπε.
-Ψαχνω την αδερφη μου... Την Νελιελ... Την εχω χασει και δεν ξερω που ειναι...Την εχεις δει? Αχ τι θα κανω... Ειναι τοσο μικρη και απροστατευτη...
- Κυρα μου δεν γνωριζω και ουτε εχω δει την αδερφη σου... Ζω σε αυτο το δασος αρκετο καιρο μα παρολα αυτα πρωτη φορα βλεπω καποια νεραιδα...
Εκεινη απογοητευτικε και συνεχιζε να μουρμουραει το ονομα της αδερφης της...
Ο ξυλοκοπος προσπαθησε να σκεφτει κατι να της πει για να παρηγορειθη αλλα τη μπορεις να πεις σε καποια που εχασε την αδερφη της και μαλιστα σε μια νεραιδα... Νελιελ... Κατι του θυμιζε...Αλλα οχι καποια νεραιδα. Ενα ονομα ομως χαραγμενο σε ενα δενδρο.
-Κυρα. Νομιζω οτι εχω δει το ονομα της αδερφης σου χαραγμενο σε καποιο δενδρο αλλα δεν γνωριζω αν αυτο το ονομα ειναι της αδερφης σου η καποιας αλλης κοπελας.
Εκεινη αμεσως τον κοιταξε και ανοιξε τα ματια της διαπλατα!
- Τι δενδρο??
- Μια μεγαλη βελανιδια.
Τα ματια της αμεσως αρχισαν να τρεχουν ξανα δακρυα και αυτη τη φορα ακομα περισσοτερα... 
- Οδηγησε με εκει σε παρακαλω!!
Ο ξυλοκοπος απλωσε δειλα το χερι του και την επιασε απο το μπρατσο απαλα. Τοτε αρχισε να περπατα μαζι της προς την μεγαλη βελανιδια με το χαραγμενο ονομα. Η βελανιδια ηταν κοντα στο σπιτι του οποτε ηξερε καλα τον δρομο. Μολις φτασανε κοντα στο δενδρο εκεινος κοντασταθηκε και εδειξε που ειναι χαραγμενο το ονομα. Εκεινη τον αφησε και ετρεξε προς το δενδρο και το αγκαλιασε πεφτοντας στα γονατα και με τα δακρυα της να τρεχουνε ποταμι. 
- Νελιελ!!! Αδερφη μου!!! φωναξε καθως αγκαλιαζε το δενδρο...
Ο ξυλοκοπος εμεινε ακινητος να κοιταζει την απαρηγορητη νεραιδα μην ξεροντας τι εχει συμβει. Αφου περασε λιγη ωρα και το φεγγαρι ειχε φτασει πλεον στο ζενιθ του και ελαμπε πανω απο το δενδρο ο ξυλοκοπος πλησιασε την νεραιδα που ακομα εκλαιγε.
- Κυρα μου... Σε παρακαλω. Προσπαθησε να σταματησεις τα δακρυα σου. Το σπιτι μου ειναι κοντα. Η φιλοξενια μου ειναι φτωχικη αλλα ελα να πιεις ενα ζεστο τσαϊ μεχρι να μπορεσεις να ηρεμισεις. Σε παρακαλω.
Η νεραιδα γυρισε και τον κοιταξε με το προσωπο λυπημενο. Αλλα σηκωθηκε και τα δακρυα της σταματησαν. Τον ακολουθησε στο φτωχικο σπιτι του ξυλοκοπου που εμενε μονος και εκει ηπιε το ζεστο τσαι που της προσφερε. Μετα απο λιγη ωρα σιωπης εκεινη μιλησε.
- Η αδερφη μου ειναι νεκρη χρονια... Οταν μια νεραιδα πεθαινει μια μεγαλη βελανιδια γεννιετε και μεγαλωνει εκει που ειναι το σωμα της. Δεν ξερω πως πεθανε... Αλλα μαλλον ηταν οι καλικατζαροι. Κυνηγανε μικρες νεραιδες και τις σκοτωνουν για να παρουν τα κοκκαλα απο το σωμα τους και να φτιαξουν μαγικα σπαθια... Μαλλον σκοτωσαν την αδερφη μου αλλα δεν προλαβαν να παρουν το σωμα της για καποιο λογω και την εθαψα εκει που ειναι τωρα η βελανιδια.
Ο ξυλοκοπος την ακουσε με προσοχη. Την ρωτησε.
- Αν κυρα μου εσυ την εθαψες εκει, τοτε πως γινετε να μην θυμασαι που ειναι η τι συναιβει;
- Το ξορκι της λυσμονιας... Με μαγεψα με το ξορκι της λυσμονιας... Για να μην πω ποτε που ειναι το σωμα της αδερφης μου σε περιπτωση που επιαναν και μενα οι καλικατζαροι. Δεν ξερω τι ειδα εκεινη την ημερα που βρηκα την αδερφη μου και εκανα αυτο το ξορκι αλλα θα ηταν κατι πολυ τρομακτικο και προσπαθησα να προστατεψω το σωμα της αδερφης μου με οποιον τροπο μπορουσα μαλλον... Δεν θα ξαναθυμηθω ποτε οτι η αδερφη μου ειναι νεκρη και πως πεθανε γιατι καθε ξημερωμα θα ξεχναω οτι συναιβει απο την μερα που εχασα την αδερφη μου και μετα. Γιαυτο τριγυρναω στο δασος και προσπαθω να την βρω. Ηταν το τελευταιο πραγμα που εκανα πριν την βρω νεκρη...
Αυτες ηταν οι τελευταιες της λεξεις και αρχισε παλι να κλαιει... Ο ξυλοκοπος την σηκωσε και την ξαπλωσε στο κρεββατι του. Την σκεπασε και αυτος καθισε διπλα στο τζακι σκεπτομενος ολα αυτα που ειχαν συμβει. Η νεραιδα αποκοιμηθηκε απο την εξαντληση αναμεσα στα αναφιλητά της ενω ο ξυλοκοπος αποκοιμηθηκε στην καρεκλα του. Το πρωι που ξυπνησε εκεινη ειχε φυγει. Αλλα ηξερε που θα την συναντουσε... Στο δασος οπου την ειχε βρει το προυγουμενο βραδυ. Να ψαχνει για την αδερφη της. Και εκεινος επρεπε να ειναι εκει για την βρει και να της πει τη ειχε συμβει. Για οσο ζουσε θα την βοηθουσε καθε μερα να παει στην μεγαλη βελανιδια για να αγκαλιασει την αδερφη της. Αυτο ειχε ορκιστει στον εαυτο του το προυγουμενο βραδυ πριν αποκοιμηθει...

Η ευτυχία της Γιαγιας

Βρίσκονταν ξαπλωμένη μόνη της στο σκοτάδι, όπως κάθε βράδυ τα τελευταία δέκα χρόνια. Ένιωθε κάτι διαφορετικό εκείνο το βράδυ. Κάποιον να στέκεται στο σκοτάδι και να την παρακολουθεί. Κάποιον που και ο ίδιος ήταν φτιαγμένος από σκότος...
- Ήρθες επιτέλους; γύρισε και είπε στο σκοτάδι με την γερασμένη της φωνή.
- Καιρός δεν είναι; Τις αντιγυρισε εκείνος με την φωνή του να σου παγώνει το αίμα.
Καθώς την πλησίασε εκείνη τον είδε καλύτερα παρά τα χρόνια της. Ντυμένος στα μαύρα με την κουκούλα ριγμένη πάνω στο σκοτεινό πρόσωπο του. Το μόνο που ξεχώριζε ήταν δυο κίτρινες λάμψεις που ήταν τα μάτια του...
                                                                                                            
- Φοβάσαι; την ρώτησε, όσο πιο ζεστά μπορούσε.
- Όχι. Του απάντησε εκείνη καλοσυνάτα σαν να μιλούσε στο εγγόνι της.
- Πολλοί βρίσκουν τον φόβο όταν τους παίρνω απο το χέρι για να περάσουμε τις πύλες του άλλου κόσμου... Της είπε εκείνος.
- Ίσως κάποτε να τον έβρισκα και εγώ. Αλλά όχι πια... Απάντησε το ίδιο γλυκά εκείνη χωρίς αμφιβολία στην φωνή της.

- Και πως το ξέρεις; Την ρώτησε εκείνος γεμάτος απορία.                                                                       - Κάποτε ήμουν μόνη, και φοβόμουν. Μέχρι που γνώρισα τον άντρα μου και ερωτευτικα. Ο φόβος ακόμα φωλιαζε μέσα μου αλλά μαζί με αυτόν φώλιασε και η αγάπη. Ύστερα παντρευτικαμε και κάναμε δυο παιδιά. Δυο κοριτσάκια. Οι γλυκές μου κόρες. Έτσι η αγάπη στην καρδιά μου φούντωσε ακόμα πιο πολύ και ο φόβος έκανε ακόμα περισσότερο στην άκρη για να βρει χώρο αυτή να απλωθεί.
- Ναι αλλά υπήρχε ακόμα. Της είπε εκείνος ξανά.
- Υπήρχε συμφώνησε εκείνη.                                                                                                                        - Αλλά οι κόρες μου μεγάλωσαν και παντρεύτηκαν και εκείνες ευτυχισμένες, κάνοντας και αυτές παιδιά. Τα εγγονάκια μου. Και έτσι η αγάπη στην καρδιά μου μεγάλωσε τόσο πολύ που ο φόβος δεν χώραγε πλέον και έφυγε.
- Και όταν πήρα τον άντρα σου; Τοτε;
- Ακόμα και τότε δεν σταμάτησα να τον αγαπώ. Ακόμα και τότε τον είχα μέσα στην καρδιά μου. Άλλωστε πλέον ήρθε η σειρά μου έτσι δεν είναι; Θα τον ξαναδώ, δεν θα τον ξαναδώ; ρώτησε εκείνη γεμάτη ανυπομονησία.
- Θα τον ξαναδείς... Θα σε πάω εγώ σε εκείνον. Υποσχέθηκε ο θάνατος.
Και έτσι την πήρε απο το χέρι καθώς εκείνη άφηνε την τελευταία της πνοή ευτυχισμένη και γεμάτη αγάπη.

Η ιστορια του Αγιου Βασιλη

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα ξεχασμένο βασίλειο στο οποίο τις περισσότερες μέρες του  χρόνου χιόνιζε μια παράξενη αρρώστια εμφανίστηκε η οποία χτύπησε τα περισσότερα παιδιά του βασιλείου. Ήταν παράξενη αρρώστια διότι δεν εμφάνιζε κανένα σύμπτωμα ενώ έκλεβε την ζωτικότητα των παιδιών ρίχνοντας τα στα σε έναν συνεχή λήθαργο. Ο βασιλιάς καθημερινά δέχονταν πάρα πολλά γράμματα από διάφορες περιοχές του βασιλείου ότι και τα δικά τους παιδιά είχαν αρρωστήσει και ότι χρειάζονταν βοήθεια για να τα κρατήσουν στην ζωή. Κανένας από τους θεραπευτές δεν ήξερε τι να κάνει και έτσι καμμια λύση δεν δόθηκε. Καθημερινά όλο και περισσότερα γράμματα κατευθαναν με λίστες παιδιών που ήταν άρρωστα και με μερικά που είχαν κιόλας πεθάνει…

Ανάμεσα στους θεραπευτές του βασιλείου υπήρχε και ένας νεαρός ,ο Νικλαους, ο οποίος ασκούνταν στις θεραπευτικές τέχνες και αγαπούσε πάρα πολύ τα παιδιάΉθελε να κάνει κάτι, άλλα καθώς ήταν νέος ακόμα και οι μεγαλύτεροι και πιο έμπειροι από αυτόν δεν είχαν κάποια θεραπεία για την ασθένεια, πως θα μπορούσε να έχει αυτός. Κάθε βράδυ ξενυχτούσε και διάβαζε βιβλία προσπαθώντας να βρει μια λύση… Μέχρι που ανάμεσα στα βιβλία ανακάλυψε έναν μύθο για την βασίλισσα του Χιονιού που κατοικούσε στης ξεχασμένες σπηλιές του πιο ψηλού βουνού. Ο μύθος έλεγε πως η μαγεία της ήταν τόσο ισχυρή που δεν υπήρχε κάτι που δεν μπορούσε να κάνει.
Μην ξέροντας τι άλλο μπορούσε να κάνει για τα παιδιά, ο Νικλαους αποφάσισε να πάει να αναζητήσει την Βασίλισσα, αν όντως υπήρχεαφού από ότι φαίνονταν ήταν η μόνη ελπίδα των παιδιών. Πριν φύγει έγραψε σε μια λίστα όλα τα ονόματα των παιδιών και από πού ήταν και την πήρε μαζί του. Φόρεσε το κόκκινο πανωφόρι του και το παντελόνι του, τα λευκά του γάντια, της μαύρες του μπότες και την μαύρη του ζώνη καθώς και το κόκκινο μάλλινο σκούφο στο κεφάλι του και ξεκίνησε. Για να ταξιδέψει οσο πιο γρήγορα γίνονταν θα ταξίδευε με το έλκηθρο του το οποίο το έσερναν 8 σκυλιά. Για μέρες ταξίδευε μέσα στα χιονισμένα μονοπάτια ανεβαίνοντας το βουνό και ψάχνοντας για τις σπηλιές που κατοικούσε η Βασίλισσα του ΧιονιούΜετά από δυο βδομάδες σχεδόν αναζήτησης και ατελείωτου χιονιού οι προμήθειες του είχαν τελειώσει και είχαν πεθάνει 2 από τα 8 σκυλιά του. Εκείνος όμως δεν το έβαλε κάτω. Μετα από τέσσερις μέρες ακόμα τα σκυλιά του είχαν πεθάνει όλα από την πείνα η το κρύο και αυτό δεν μπορούσε να σταθεί καν όρθιος. Θα πέθαινε και εκείνος μέσα στο χιόνι και το έλκηθρο του και οι τελευταίες του σκέψεις ήταν για τα παιδιά που θα πέθαιναν και όχι για αυτόν… Σύντομα και τα δικά του τα μάτια έκλεισαν νιώθοντας της δυνάμεις του να τον εγκαταλειπουν. Ενώ το χιόνι και το κρύο άρχισαν να τον τυλίγουν ξαφνικά ένιωσε μια ζεστή ανάσα πάνω του. Ανοίγοντας τα μάτια του με δυσκολία μπροστά του στέκονταν ένας τάρανδος ο οποίος είχε σκύψει επάνω του και των ζέσταινε με τα χνώτα του. Ο Νικλαους μέσα σε αυτήν την μικρή ζεστασιά κατάφερε και ανασηκώθηκε λίγο στηριζόμενος πάνω στον τάρανδοΕκείνος άρχισε να περπάτα κα μαζί του και ο Νικλαους. Τον οδήγησε σε μια σπηλιά οπου ένα λεπτό γαλάζιο φως την τύλιγε κα αφού έκαναν μερικά βήματα ακόμα μια ζεστασιά τύλιξε το σώμα του και μια απίστευτη ομορφιά τα μάτια του. Μπροστά του στέκονταν η Βασίλισσα του Χιονιού.
- Τι ζητάς από μένα Νικλαους…; Του είπε με τραγουδιστή φωνή.

- Να με βοηθήσεις να σώσω τα παιδιά του βασιλείου. Απάντησε εκείνος με αδύναμη φωνή.
- Για ποιο λόγω νοιαζεσε για τα παιδιά; Δεν είναι δικά σου. Τι λόγο έχεις να τα σώσεις; Τον ξαναρώτησε εκείνη.
- Ο μονος λογος που χρειαζομαι για να τα σωσω είναι ότι είναι παιδια. Αν δεν τα φροντισουμε εμεις τοτε ποιος θα τα φροντισει; Αλλα εάν αυτος ο λογος δεν είναι αρκετος μπορω να σου πω ότι τα παιδια είναι το μελλον μας. Εάν τα αγνοησουμε τωρα δεν θα εχουμε κανενα μελλον μπροστα μας…
- Και τι θα εκανες για να τα σωσεις; Ειπε εκεινη κοιταζοντας τον βαθια μεσα στα ματια.
Εκεινος πεφτωντας στα γονατα και κλαιγοντας απαντησε.
- Τα παντα…
- Θα εδινες ακομα και την ιδια σου την ζωη;
- Χωρις δευτερη σκεψη. Απαντησε εκεινος.
Εκεινη τοτε δακρυσε. Σε ένα μικρο φυαλιδιο εβαλε μεσα το δακρυ της και το εδωσε στον νεαρο.
- Πιες το, Νικλαους, και με ένα αγγιγμα σου θα κανεις καλα τα παιδια που είναι αρρωστα, αλλα σε προειδοποιω ότι θα επωμιστεις εσυ το βαρος που προοριζονταν για αυτά.
Χωρις δευτερη σκεψη ο Νικλαους πηρε το φιαλιδιο και αμεσως το ηπιε. Η Βασιλισσα τον επιασε, τον αγκαλιασε και υστερα του εδειξε προς την εξοδο. Εκει Βρισκονταν το ελκυθρο του και μπροστα του ηταν δεμενοι 8 ταρανδοι.
- Το δωρο μου σε σενα, Νικλαους. Τωρα ανεβα στο ελκυθρο σου και πετα με τους μαγικους ταρανδους και τρεξε να σωσεις τα παιδια!!!
Ο Νικλαους αφου υποκλιθηκε για μια τελευταια φορα στην Βασιλισσα του Χιονιου ανεβηκε στο ελκθρο του και αμεσως εκανε νοημα στους ταρανδους να τρεξουν. Εκεινοι αμεσως ετρεξαν εξω από την σπηλια τραβοντας το ελκυθρο και με το που βγηκαν από την σπηλια απογειωθηκαν στον ουρανο. Ο Νικλαους εμεινε εκπληκτος αλλα δεν ειχε χρονο να θαυμασει τη γινονταν. Επρεπε να τρεξει στα παιδια. Εβγαλε αμεσως την λιστα που ειχε και βρηκε πιο ηταν το πιο κοντινο χωριο και πηγε προς τα εκει. Με το που προσγειωθηκε στο χωριο αμεσως φωναξε να τον οδηγησουν στα παιδια. Οι χωριατες εμειναν εκπληκτοι αλλα αμεσως τον οδηγησαν. Εκεινος περασε από ένα ένα παιδι φιλοντας το στο μετωπο και ξυπνωντας τα από το ληθαργο που ειχαν πεσει. Ενιωσε τοτε το ληθαργο της αρρωστιας να περναει μεσα του και να το καταβαλει αλλα με την δυναμη της θελησεις του εμεινε ξυπνιος. Οι χωριατες ειδαν το θαυμα μπροστα στα ματια τους και αμεσως τον ρωτησαν ποιος ηταν. Εκεινος του απαντησε ότι λεγονταν Νικλαους και εκεινοι αμεσως αρχισαν να τον δοξαζουν φωναζοντας τον Αγιο Νικλαους. Μερικες μητερες που ειδαν ποσο αδυναμος ηταν λογω του ότι δεν ειχε φαει για μερες του προσφεραν το γαλα που ειχαν για τα παιδια και τα ψωμακια του. Εκεινος με μεγαλη ευχαριστησει εφαγε μερικα αλλα αμεσως ανεβηκε στο ελκυθρο του και ετρεξε για το επομενω χωριο σβηνοντας από την λιστα το χωριο που ειχε ηδη επισκευθει.

Το ιδιο σκηνικο συνεβει και στο επομενο χωριο και στο χωριο μετα από αυτό, με αποτελεσμα ο Νικλαους , μεσα σε ένα βραδυ να εχει επισεφθει ολο το βασιλειο σωζωντας όλα τα παιδια, και οι μητερες και οι πατερες να δοξαζουν τον Αγιο Νικλαους που εσωσε τα παιδια τους.
Ο Νικλαους μετα από κάθε χωριο που επισκευτονταν όταν αγγιζε τα παιδια και επαιρνε την αρρωστια τους μεσα του, στην ουσια τους προσφερε την δικη του ζωη με αποτελεσμα μετα από κάθε χωριο να γερναει καμποσα χρονια. Μεχρι που τελειωσε και με το τελευταιο χωριο ειχε πλεον γινει ενας γερος με μεγαλη λευκη γενειαδα. Όταν εσβησε και το τελευταιο χωριο από την λιστα του τοτε ακουμπησε στο ελκηθρο του και τον κατεβαλε ο ληθαργος της αρρωστειας. Χωρις να ξυπνησει οι ταρανδοι οδηγησαν τον Νικλαους πισω στην βασιλισσα του Χιονιου. Εκεινη τον πηρε στην αγκαλια της και τον εβαλε σε ένα ζεστο κρεββατι. Τον φιλησε γλυκα στο μετωπο και του ψυθιρισε.
- Αγιε Νικλαους εσωσες τα παιδια που τοσο αγαπας, και εδωσες την ζωη σου για αυτά. Κοιμησου τωρα και ξεκουρασου όπως σου αξιζει. Ξεκουρασου γιατι σε έναν χρονο από τωρα μια νυχτα σαν αυτή τα παιδια θα σε περιμενουν να πεταξεις ξανα πανω από τα σπιτια τους, και να τους ξαναφερεις την χαρα στην καρδια τους. Ονειρα γλυκα….

To Αρκουδακι

Ενα ομορφο βραδυ μια οικογενεια ετοιμαζονταν να βαλει το κοριτσακι τους για υπνο. Ενω η μητερα το ετοιμασε βοηθοντας το να πλυνει σωστα τα δοντια του και το προσωπο του ο πατερας το εβαλε στο κρεββατι και το σκεπασε. Υστερα απλωσε το χερι του και επιασε ενα μικρο καφε αρκουδακι το οποιο το εβαλε στην αγκαλια της κορης του. Η κορη αμεσως το εσφιξε κοντα της και ρωτησε τον πατερα της με την παιδικη αθωωτητα του.
- Μπαμπα, γιατι τα αρκουδακια μας προστατευουν οταν παμε για υπνο??
Ο πατερας της της χαμογελασε γλυκα και της ειπε μια ιστορια.
- Καποτε τα παλια χρονια, μακρια απο την δικια μας πολη υπηρχε ενα μικρο χωριουδακι το οποιο ηταν χτισμενο μεσα στο δασος. Ολοι οι κατοικοι του ζουσαν σε αυτο δασος περνωντας οτι χρειαζονταν για να ζησουν απο αυτο. Φρουτα, ξυλο, ψαρια απο το ποταμι και κρεας απο τα ζωα. Ολα κυλουσαν ηρεμα μεχρι που ενα βραδυ τρια παιδια αποφασισαν να πανε στο δασος την νυχτα και να ψαξουν για νεραϊδες γιατι λεγονταν οτι αργα την νυχτα αυτες βγαινουν απο τα σπιτακια τους στο δασος και πηγαιναν να πλυθουν σε μια λιμνουλα βαθια μεσα στο δασος. Ετσι λοιπον σιγουρευτικαν οτι οι γονεις τους ειχαν κοιμιθει και οτι δεν κυκλοφορουσε κανεις στο χωριο και το σκασανε κρυφα για να πανε στην λιμνουλα.
- Μεσα στο σκοταδι? Δεν φοβονταν? Ειπε το κοριτσακι λιγακι τρομαγμενο.
- Φοβονταν σιγουρα, αλλα η περιεργεια τους ηταν μεγαλυτερη απο τον φοβο τους. Ετσι λοιπον μπηκαν στο δασος και αρχισαν να κατευθυνονται προς την λιμνη. Ο ενας κοντα στον αλλον και περπατουσαν πολυ προσεκτικα προσπαθοντας να ξεχωρισουν τους τρομακτικους θορυβους που ακουγονταν μεσα στο δασος λεγοντας ο ενας στον αλλον οτι ηταν διαφορα ζωα, οπως καποια κουκουβαγια η λαγος. Πηγαιντας λοιπον ολο και βαθυτερα μεσα στο δασος καποια στιγμη ακουσαν εναν ηχο διαφορετικο απο τους αλλους. Λυκους να αλυχτανε, και απο οτι μπορουσαν να ακουσουν ηταν πολυ κοντα.
- Ωωωωωωωω!!! εβγαλε μια φωνουλα το κοριτσακι και αγκαλιασε το αρκουδακι της πιο σφιχτα.    
Ο πατερας της συνεχισε την ιστορια. - Καταλαβαν οτι οι λυκοι τους πλησιαζαν ολο και περισσοτερο και εκαναν να τρεξουν προς το χωριο αλλα μεσα στον πανικο τους χαθηκαν. Ετσι ετρεχαν σε κυκλους μεσα στο δασος με τους λυκους να τους πλησιαζουν ολο και περισσοτερο. Μεσα σε λιγες στιγμες ο πρωτος λυκος εμφανιστηκε μπροστα τους. Οταν εκεινα εκαναν να τρεξουν προς την αντιθετη κατευθηνση ειδαν αλλους δυο λυκους απο πισω τους. Τους ειχαν περικυκλωσει και δεν ηξεραν τι να κανουν. Εχασαν οτι λιγο θαρρος ειχαν και επεσαν στα γονατα και οι τρεις αγκαλιαζοντας ο ενας τον αλλον και εκλαιγαν δυνατα. Οι λυκοι τους πλησιαζαν σιγα σιγα μυριζοντας τους. Οταν ομως ηταν ετοιμοι να τους χιμιξουν εγινε κατι αναπαντεχο!!! Μια αρκουδα ορμησε στο σημειο οπου ηταν τα παιδια και μπηκε αναμεσα απο αυτα και τους λυκους. Οι λυκοι της γρυλισαν δυνατα και αρχισαν να περιτρυγιριζουν την ιδια εκνευρισμενοι που τους χαλασε το γευμα. Η αρκουδα ομως δεν μετακινιθηκε απο την θεση της. Ενας λυκος εκανε να ορμηξει προς τα πανω της ομως εκεινη τον εσπρωξε μακρια με τα μεγαλα και δυνατα ποδια της. Ο λυκος επεσε κατω κλαψουριζοντας και με το που σηκωθηκε χαθηκε μεσα στο δασος. Οι αλλοι δυο λυκοι γρυλισαν αλλη μια φορα στην αρκουδα και χαθηκαν και εκεινοι μεσα στο δασος. Οταν η αρκουδα ειδε οτι δεν υπηρχε πια κινδυνος γυρισε προς τα παιδια που ακομα κλαιγανε γιατι πιστευαν οτι ναι μεν γλυτωσαν απο τους λυκους αλλα θα τους ετρωγε η αρκουδα.     - Και τι εγινε; ρωτησε το κοριτσακι γεματο αγωνια? - Η αρκουδα πλησιασε την μουσουδα της αναμεσα στην αγκαλια των αγοριων και εγλυψε τα δαρκυα του ενος. Υστερα τα κοιταξε για λιγο και γυρισε απο την αλλη ετοιμη για να φυγει. Οταν το ειδαν αυτο τα αγορια τοτε σταματησαν να κλαινε απορημμενα που η αρκουδα δεν τους ειχε φαει ακομα. Περασαν μερικα λεπτα αλλα η αρκουδα δεν ειχε φυγει ακομα. Ειχε γυρει το κεφαλι της και τα κοιταζε σαν να τα περιμενε. Τοτε το ενα απο τα αγορια, αυτο που ειχε γλυψει, σηκωθηκε και πλησιασε την αρκουδα και πιαστηκε απο την γουνα της. Γυρισε στα αλλα παιδια και τους ειπε. " Νομιζω οτι θελει να μας παει πισω στο χωριο". Τα αλλα παιδια τοτε κοιταχτηκαν και δυσπιστα ακομα σηκωθηκαν και πλησιασαν την αρκουδα σιγα σιγα και πιαστικαν και αυτα απο την γουνα της. Τοτε η αρκουδα γυρισε το κεφαλι της μπροστα και αρχισε να περπατα. Τα αγορια πιασμενα απο την γουνα της την ακολουθουσαν χωρις να εχουν ιδεα που τα οδηγουσε. Ελπιζαν μονο να κατευθηνονταν προς το χωριο... Εντωμεταξυ το χωριο ειχε διαπιστωσει την απουσια τους και ειχαν ξεχυθει μεσα στο δασος ψαχνοντας τα. Μετα απο ωρες αναζητησης και ενω ειχαν μαζευτει μπροστα στο χωριο για να κοιταξουν καποια καινουργια περιοχη για τα αγορια εμφανιστηκε μπροστα τους η αρκουδα. Αμεσως ολοι τρομαξαν και ετοιμαστηκαν να αμυνθουν πριν η αρκουδα τους επιτεθει. Αλλα ακουστηκε μια φωνη απο εναν χωρικο που τους σταματησε ολους πριν κανουν κακο στην αρκουδα. "Περιμενετε!!! Κοιταξτε!!!". Δειλα δειλα πισω απο την αρκουδα εμφανιστηκαν τα αγορια τα οποια μολις ειδαν τους γονεις τους ετρεξαν γρηγορα στην αγκαλια τους. Η αρκουδα σιγουρευτικε οτι τα αγορια ηταν ασφαλη και επειτε γυρισε για να φυγει μεσα στο δασος. Μια μητερα ετρεξε προς την αρκουδα φωναζοντας της. "Περιμενε." και ενω η αρκουδα γυρισε εκεινη επεσε στα γονατα και αγκαλιασε σφιχτα την αρκουδα απο τον λαιμο χωρις να φοβαται. " Σε ευχαριστω" της ειπε σχεδον ψυθιριστα και εκλαψε. Οταν αφησε την αρκουδα απο την αγκαλια της εκεινη την κοιταξε για λιγο και υστερα γυρισε ξανα προς το δασος και εφυγε. Απο τοτε ολοι στο χωριο σεβονταν της αρκουδες. Κανεις ποτε δεν εμαθε γιατι η αρκουδα προστατεψε τα παιδια, και γιατι τα οδηγησε στο χωριο. Σιγα σιγα αρχισαν να λενε την ιστορια στα μικροτερα παιδια και να φτιαχνουν μικρα αρκουδακια για να προστατευουν τα παιδια οταν πανε για υπνο. Να τα προστατευουν απο κακα ονειρα και απο τερατα οταν εκεινα φοβοντουσαν να κοιμηθουν. Και ποτε κανενα παιδι σε εκεινο το χωριο δεν φοβηθηκε να ξανακοιμηθει οταν ειχε το αρκουδακι του αγκαλια. Οταν ο πατερας τελειωσε την ιστορια το κοριτσακι του ειχε αποκοιμηθει σφιγγοντας ακομα δυνατα στην αγκαλια του το αρκουδακι της. Και ειχε αποκοιμηθει με ενα ξεγνοιαστο χαμογελο γιατι ειχε το αρκουδακι της να την προστατευει.