Το βασίλειο έμοιαζε καταδικασμένο…. Επι ένα χρόνο ο χειμώνας επέμενε… Οι προμήθειες
σχεδόν είχαν τελειώσει… Ο κόσμος είχε αρχίσει να λιμοκτονεί… Ο βασιλιάς ήταν άρρωστος
και είχε χάσει κάθε ελπίδα… Μάγοι είχαν προσπαθήσει να σπάσουν τον χειμώνα αλλά
δεν τα κατάφεραν… Σοφοί άνθρωποι από όλον τον κόσμο είχαν προσπαθήσει να βρουν
μια λύση για αυτή την κατάρα αλλά κανένας τους δεν τα κατάφερε….
Μια κοπέλα τριγυρνούσε στο δάσος
κοντά στο κάστρο… Το πανωφόρι της βαρύ και ζεστό και η κουκούλα της ριγμένη πάνω
από το κεφάλι της. Τα ρούχα της όμορφα, αλλά λιτά. Το βήμα της ήταν αργό και σταθερό…
Το προηγούμενο βραδύ είχε δει ένα παράξενο όνειρο. Μια γυναικά ντυμένη στα λευκά,
όμορφη, απλή αλλά κάτι επάνω της εξέπεμπε κάτι το θεϊκό, εμφανίστηκε αναμεσά
στα δέντρα του δάσους και την πλησίασε.
- - Κόρη
μου… Γνωρίζω τον πόνο σας… Αυτή η κατάρα που έπεσε πάνω στο βασίλειο σας είναι καπρίτσιο
των θεών και τίποτα παραπάνω… Όμως δεν αντέχω άλλο να σας βλέπω να πεθαίνετέ…
Στο διάολο οι θεοί και τα καμώματα τους!!! Θα σου δώσω την γνώση που χρειάζεσαι
για να σπάσεις την κατάρα. Όμως το τίμημα θα είναι μεγάλο… Και δυστυχώς μόνο εσύ
μπορείς να το πληρώσεις… Τώρα ξυπνά κόρη μου και μόλις ξυπνήσεις θα γνωρίζεις
τα πάντα….
Αυτά ήταν τα λογία της όμορφης γυναίκας. Η κοπέλα ξύπνησε έχοντας την γνώση
που της υποσχέθηκε η θεά… Ήξερε τι έπρεπε να κάνει… Τώρα το μόνο που της έλειπε
ήταν το κουράγιο. Αλλά προκείμενο να δει το βασίλειο της να είναι ξανά ανθισμένο
και τον πατερά της να χαμογελά θα έκανε τα πάντα…
Έφτασε σε ένα μικρό ξέφωτο. Εκεί
σταμάτησε και κοίταξε τριγύρω της. Ήταν το μέρος που είχε δει στο όνειρο της. Η
πριγκίπισσα έριξε την κουκούλα της και τα καστανά μαλλιά της έπεσαν ελευθέρα στην πλάτη της. Τα
μελιά ματιά της αντίκρισαν τον ουρανό και τα σύννεφα από τα οποία έπεφτε το χιόνι…
Ξεκούμπωσε το πανωφόρι της και γονάτισε στο χιονισμένο έδαφος… Εκεί μίλησε στην
φύση…
- - Είμαι
η Ίριδα. Κόρη του Βασιλιά και πριγκίπισσα του βασιλείου. Ήρθα εδώ για να σταματήσω
τον χειμώνα που σκοτώνει τον λαό μου. Αν πρέπει να πεθάνω για αυτο, τότε ας
είναι…
Εκεί όπως ήταν γονατισμένη, έκλεισε τα ματιά της και ξεκίνησε να τραγουδά.
Μια φωνή αγγελική και όμορφη σαν και αυτή βγήκε από το στόμα της. Το τραγούδι
της υμνούσε την φύση, την μητέρα γη που φρόντιζε για αυτούς και για τις ανάγκες
τους. Άνεμος σηκώθηκε και άρχισε να κουνάει τα ελατά τα οποία βρίσκονταν τριγύρω
της. Παγωμένος αέρας την τύλιξε όμως εκείνη δεν άλλαξε τον τόνο της και συνέχισε.
Το τραγούδι της συνέχισε να μιλά για την φύση και υστέρα για τον χειμώνα. Για
το χειμώνα που ηρεμούσε τα πάντα και σκέπαζε την γη με το λευκό του πέπλο ώστε
τα φυτά και τα ζώα να ξεκουραστούν για τον ερχομό της άνοιξης. Δεν τον κατηγορούσε
μέσα από το τραγούδι της αλλά τον εκλιπαρούσε να σταματήσει πια γιατί η φύση είχε
ξεκουραστεί αρκετά. Ήταν καιρός να έρθει η άνοιξη και η φύση να ζωντανέψει ξανά!
Η Ίριδα σηκώθηκε όρθια και έβγαλε το πανωφόρι από πάνω της. Ένα κόκκινο φόρεμα τύλιγε
το κορμί της. Άρχισε να χορεύει στον άνεμο και να υμνεί την άνοιξη. Το τραγούδι
της έγινε πιο χαρούμενο και πιο ευδιάθετο. Το χιόνι άρχισε να λιώνει γύρω της.
Ο άνεμος να κοπάζει… Κάτω από το χιόνι εμφανίστηκε το γρασίδι. Το χιόνι άρχισε
να λιώνει γοργά και να γίνετε νερό το οποίο κυλούσε προς το ποτάμι το οποίο διαπερνούσε
το βασίλειο… Η Πριγκίπισσα, τώρα που τα ποδιά της ήταν πιο ελευθέρα και πάταγαν
σε γρασίδι αρχίσαν να κινούνται πιο ελευθέρα και με μεγαλύτερη χάρη. Το τραγούδι
της δυνατό και χαρούμενο πλέον ζητούσε από την άνοιξη να αφήσει του καρπούς τις
να φανερωθούν. Και πράγματι τα πρώτα μπουμπούκια στα δέντρα και στο χώμα έκαναν
την εμφάνιση τους! Η φύση άρχισε να ανθίζει και ο ήλιος να ζεσταίνει το βασίλειο
ξανά. Ευωδίες αρχίσαν να γεμίζουν τον αέρα ξανά. Ευχάριστες μυρωδιές από όλα
αυτά τα λουλούδια και τους καρπούς! Η πριγκίπισσα άρχισε να ζητά από τα ζώα να ξυπνήσουν
και να τρέξουν αναμεσά στα δέντρα! Η φύση ξυπνούσε από τον μακρύ της λήθαργο
και έτσι έπρεπε να κάνουν και αυτά! Και έτσι έγινε. Ζώα κάθε λογής βγήκαν από
τις τρύπες και τα λαγούμια τους και αρχίσαν να τρέχουν μέσα στο δάσος. Μέχρι
που συναντούσαν αυτή μέσα στο ξέφωτο να τραγουδά και να χορεύει. Πουλιά πλημμύρησαν
τα κλαδιά και την χάζευαν. Μισή μέρα βρίσκονταν ήδη εκεί η πριγκίπισσα τραγουδώντας
και χορεύοντας. Η φωνή της όμως άρχισε να κλείνει… Το τραγούδι της όμως και ο χορός
δεν έπρεπε να τελειώσουν ακόμα… Έπρεπε
να συνεχίσει. Τα πουλιά που βρίσκονταν τριγύρω της την περικύκλωσαν και ξεκίνησαν
να κελαηδάνε. Όταν αυτή πλέον έχασε την φωνή της πλέον ακούγονταν μόνο αυτά. Ο ύμνος
και ο χορός συνέχισαν, εκλιπαρώντας πλέον το καλοκαίρι να διώξει όλο το κρύο
από το βασίλειο και να ζεστάνει τα σώματα μα και τις καρδίες όλων! Ο χορός πλέον
της πριγκίπισσας μαγικός και απερίγραπτος συνέχισε υπό την μουσική τον πουλιών.
Το κόκκινο φόρεμα της τινάζονταν δεξιά και αριστερά, όπως ο ήλιος μοίραζε τις ακτίνες
του στον κόσμο των θνητών… Η πριγκίπισσα άρχισε να χάνει την ζωντάνια της αφού πλέον
είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και χόρευε σχεδόν μια μέρα. Αλλά δεν ήταν μόνο η εξάντληση.
Τα μαλλιά της είχαν αρχίσει να ασπρίζουν. Το δέρμα της να εμφανίζει ρυτίδες και
να ζαρώνει. Μαζί με την φωνή της και το χορό της η Ίριδα παρέδιδε στην φύση και
την ζωή της. Γερνούσε όλο και περισσότερο με κάθε λεπτό που συνέχιζε το τελετουργικό…
Όμως δεν θα σταματούσε… Έπρεπε να συνεχίσει για το καλό όλων… Τα ποδιά της πλέον
αρχίσαν να μην την κρατάνε… Ο χορός της σταμάτησε και τα πουλιά σταμάτησαν να τραγουδάνε
το χαρούμενο τραγούδι τους. Η πανσέληνος είχε εμφανιστεί ψηλά στον ουρανό και
το σεληνόφως έπεφτε πάνω στο ξέφωτο στο οποίο βρίσκονταν η γερασμένη πλέον πριγκίπισσα,
γονατισμένη και έχοντας ρίξει το πανωφόρι επάνω της. Λικνίζονταν, μπρος πίσω αργά
σαν κουνιστή καρεκλά μπροστά από το τσακί και σιγομουρμούριζε… Ένα μελωδικό μουρμουρητό
που πολλά από τα ζώα όταν το άκουσαν δάκρυσαν… Μια μελωδία που καλωσόριζε το φθινόπωρο…
Την τελευταία εποχή που είχε ένα χρόνο να εμφανιστεί. Μια εποχή που προμηνούσε
τον χειμώνα αλλά δεν υπήρχε καμμιά στεναχώρια. Η ζωή έπρεπε να συνεχιστεί. Και
η φύση επέστρεφε στους κανονικούς της ρυθμούς… Μια ακόμη φιγούρα εμφανίστηκε πίσω
από τα δέντρα. Ο πατέρας της πριγκίπισσας που μόλις είδε όλα αυτά τα θαυμαστά
να συμβαίνουν έτρεξε να την βρει. Αντί αυτού, βρήκε έναν πάπυρο με τον οποίο
τον αποχαιρετούσε για πάντα…
Την βρήκε εκεί γονατισμένη στο ξέφωτο… Σχεδόν δεν την αναγνώριζε ποια. Είχε
μεγαλύτερη ηλικία ακόμα και από αυτόν. Το τραγούδι της είχε τελειώσει και είχε απομείνει
να κλαίει και να τρέμει καταμεσής στο ξέφωτο. Την πλησίασε και την αγκάλιασε.
- - Κόρη
μου… Αγαπημένη μου κόρη… Γιατί;;;
Εκείνη σήκωσε τα
γερασμένα ματιά της και τον κοίταξε.
- - Για
το βασίλειο… Και για εσένα πολυαγαπημένε μου πατερά….
Εκεί στην αγκαλιά
του πέθανε… Εκεί στην αγκαλιά του έδωσε την ζωή της για να επιστρέψουν πάλι οι
τέσσερις εποχές… Εκεί την θρήνησε και ο πατέρας της και όλα τα ζώα για το
υπόλοιπο το βραδύ. Εκεί θρήνησαν την πριγκίπισσα των τεσσάρων εποχών όπως
ονομάστηκε αργότερα και γράφτηκε στον τάφο της… Αν και μερικοί την αποκαλούν
ακόμα και σήμερα η πριγκίπισσα της ζωής…